Level 13 Level 15
Level 14

EGEX 1


364 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
ἀγαθός, -ή, -όν
bo
ἄγγελος, -ου (ὁ)
missatger
ἀγγέλλω
anunciar
ἄγω
portar/fer
ἀγών, -ῶνος (ὁ(
combat
ἀδελφή, -ής (ἡ)
germana
άδελφός, -ου (ὁ)
germà
ἄδικος, -ος, -ον
injust
ἆθλον, -ου (τό)
premi
αἰδώς, -όος (τό)
hornor/dignitat
αίθήρ,-έρος (ὁ)
èter
αἴξ, αἰγός (ἡ/ὁ)
cabra
αἰσθάνομαι
assabentar-se/comprendre
αἰσχρος, -ά, -όν
lleig/incorrecte
αἰσχύνομαι
avergonyir-se
ἀκούω
escoltar
ἄκων, -οντος (ὁ)
dard
ἀλήθεια, -ας (ἡ)
veritat
άληθής, -ες
vertader
ἀλλά
però
ἄλλος, -η, -ο
altre
ἅλς, ἁλός (ὁ)
sal
ἀλωπηξ, -εκος (ἡ)
guineu
ἀνά
cap amunt
ἀναγκαῖος, -α, -ον
necessari
ἀνάξκη, -η (ἡ)
necessitat
ἀνάθημα, -ατος (τό)
ofrena/monument
ἀνδρεῖος, -α, -ον
valent
ἄνεμος, -ου (ὁ)
vent
ἀνήρ, ἀνδρός (ὁ)
home
ἄνθος, -εως (τό)
flor
ἄνθρωπος,-ου (ὁ)
home
ἀντί
contra
ἄξιος, -α, -ον
digne
ἀποθnῄσκω
morir
ἀρετή, -ης (ἡ)
virtut
ἁρπάζω
treure
ἀρχαῖος, -α, -ον
antic
ἄρχω
governar
ἀσέβεια, -ας (ἡ)
impietat
ἀσπίς, -ίδος (ἡ)
escut
ἄστρον, -ου (τό)
estel
ἄστυ, -εως (τό)
ciutat
αὕτη, -ῆς (ἡ)
crit
αὐτός,-η,-ό
ell, ella, allò
ἀφικνέομαι
venir/arribar
βαίνω
anar
βάλλω
llençar
βασιλεύς,
rei
βασίλισσα,
reina
βέβαιος, -α, -ον
cert
βιβλίον, -ου (τό)
llibre
βίβλος, -ου (ὁ)
llibre
βίος, -ου (ὁ)
vida
βλέπω
mirar
βούλομαι
voler
βουλεύω
deliberar
βοῦς, βοός (ὁ)
bou
βωμὸς, -ου (τό)
altar
γάρ
certament
γαστήρ, -στρός (ἡ)
estòmac
γείτων, -ονος (ὁ)
veí
γενέτωρ, -ορος (ὁ)
pare
γενναῖος, -α, -ον
noble
γένος, -ους (τό)
llinatge
γέρας, -αος (τό)
recopensa
γέρων, -οντος (ὁ)
vell
γεωμέτρης,-ου (ὁ)
agrimensor
γῆ, γῆς (ἡ)
terra
γίγνομαι
esdevenir
γιγνώσκω
conèixer
γλαῦξ, -κος (ἡ)
òliba
γλῶττα, -ης (ἡ)
llengua
γνώμη, -ης (ἡ)
enteniment
γόνυ, γόνατος (τό)
genoll
γραῦς, γραός (ἡ)
vella
γράφω
escriure
γυνή, -αικός (ἡ)
dona
δέ
però
δεῖ
convé
δεινὀς, -η,-ον
respectat
δέσποινα, -ας (ἡ)
senyora
δεσπότης, -ου (ὁ)
déspota
δέχομαι
rebre7acceptar
διά
per /a tra ́ves de
διαβάλλω
fer passar d'una banda a l'altra
διδἀσκω
ensenyar
δίκαοις, -α, -ον
just
δικαιοσύνη,-ης (ἡ)
justícia
δίκη, -ης (ἡ)
justícia
δικαστής, -ου (ὁ)
jurat
δόξα, -ης (ὁ)
opinió
δόρυ, δόρατος (τό)
llança
δοῦλος, -ου (ὁ)
esclau
δρᾶμα, -ατος (τό)
drama
δῶρον, -ου (τό)
regal
εἰμί
ser
ἐγώ
jo
ἐθέλω
voler
ἔθνος,-εως (τό)
ètnia/grup
εἰ
si
εἴδος, -εως (τό)
vista
εἰκάζω
representar
εἰκών, -όνος
imatge
είς
a/ca a
ἕκαστος, -η, -ον
cada un
ἐκεινος, -η, -ο
aquell
ἐκπλήττομαι
tenir terror
ἐλαία, -ας (ἡ)
olivera
ἐλαύνω
conduir
ἔλαφος, -ου (ὁ)
cèrvol
ἕλκω
ferir
ἐμός, -ή, -όν
meu, meva
ἐν
a/en
ἐναντίος, -α, -ον
contrari
ἐπεί
quan
ἐπίγραμμα, -ατος (τό)
inscripció
ἐπίλανθάνομαι
oblidar-se de
ἐπιστολή, -ης (ἡ)
carta
ἕπομαι
seguir
ἔπος, -ους (τό)
paraula
ἐργάζομαι
treballar
ἔργον, -ου (τό)
treball
ἔρις, -ίδος (ἡ)
discòrdia
ἔρχομαι
anar
ἐσθής, -ητος (τό)
vestit
εὐδαίμων, -ον (-ονος)
divinitat
εὑρίσκω
trobar
εὐσέβεια, -ας (ἡ)
pietat
εὐσεβής, -ες
pietós
εεὔφρων, -ον (-ονος)
content
εὐχάριστος, -ον
agraït
εὔχομαι
vantar-se de
ἐχθρός, -α, -ον
odiós/enemic
ἔχω
tenir
ἕως
mentre
ζωή, -ης (ἡ)
vida
ζῷον, -ου (τό)
ésser viu
ἡγοῦμαι
guiar
ἥδομαι
gaudir
ἦθος, -ους (τό)
casa
ἥκω
arribar
ἡμεῖς
nosaltres
ἡμέρα, -ας (ἡ)
dia
ἡμέτερος, -α, -ον
nostre
ἧττα, -ης (ἡ)
ferida
θάλαττα, -ης (ἡ)
mar
θάπτω
honorar amb ritus funeraris /enterrar
θαυμάζω
admirar
θαυμάσιος, -α, -ον
admirable
θέα, -ας (ἡ)
deessa
θεάομαι
mirar
θεατής, -ου (ὁ)
espectador
θεῖος, -α, -ον
diví
θεός, -ου (ὁ)
déu
θεραπεία, -ας (ἡ)
tractament
θεραπεύω
tenir cura de
θεράπων, -οντος (ὁ)
servidor
θρίξ, τριχός (ἡ)
cabell
θυγάτηρ, -ερος (ἡ)
filla
θυμός, -ου (ὁ)
ànima
θύω
sacrificar/matar
ἰατρός, -ου (ὁ)
metge
ἰδώτης, -ου (ὁ)
plebeu
ἵππος, -ου (ὁ)
cavall
ἱππεύω
muntar a cavall
ἱππεύς, -έως (ὁ)
genet
ἷρις, -ιδος (ὁ)
arc d'Iris
ἰχθύς, -ύος (ἡ)
peis
καὶ
i
καθαίρω
netejar
κακός, -ή, -όν
dolent
κακοῦργος, -ον
pervers
καλός, -ή, -όν
bonic
καλύπτω
cobrir
κατὰ
cap avall
κελεύω
ordenar
κλίνω
inclinar
κνημίς, -ίδος (ἡ)
gambera
κοινός, -ή, -όν
comú
κόλαξ, -ακος (ὁ)
adulador
κὀραξ, -ακος (ὁ)
cuirassa
κόρυς, -υθος (ἡ)
cas
κρατήρ, -ῆερος (ἡ)
copa
κρίνω
preferir
κύων, κυνός (ὁ)
gos
κωλύω
impedir
κώμη, -ης (ἡ)
barri
λαγχάνω
tenir
λαμβάνω
prendre
λάμπω
brillar
λανθάνω
ocultar-se
λέγω
dir
λειμών, -ώνος (ὁ)
prat
λείπω
deixcar
λέξις, -έως (ἡ)
paraula
λευκός, -ή, -όν
brillant
λέων, -οντος (ὁ)
lleó
λιμήν, -ένος (ὁ)
port
λόγος, -ου (ὁ)
paraula
λούω
rentar
λύπη, -ης (ἡ)
dolor
λύω
lligar
μαθητής, -ου (ὁ)
alumne
μάκαρ, -ακαρος (ὁ)
benaurat
μανθάνω
aprendre
μαντεύομαι
predir
μάντις, -εως (ὁ,ἡ)
endeví
μάχαιρα, -ας (ἡ)
daga
μέλας, -αινα, -αν
negre
μέλι, -ιτος (τό)
mel
μέλιττα, -ης (ἡ)
abella
μέλος, -ους (τό)
membre
μέν
però
μένω
omandre
μετά
amb
μή
no
μήν
certament
μήτηερ, μητρός
mare
μικρός, -α, -ον
petit
μόνος, -η, -ον
sol
μῦς, μυός (ὁ)
ratolí
ναύς, νεώς (ἡ)
nau
ναυτικόν, -ου (τό)
flota
νεανίας, -ου (ὁ)
jove
νέος, -α, -ον
jove
νῆσος, -ου (ἡ)
illa
νομίζω
creure en
νόμος, -ου (ὁ)
llei
νύξ, νυκτός (ἡ)
nit
ξένος, -ου (ὁ)
estranger
οἶκος, -ου (ὁ)
casa
οἶνος, - ου (ὁ)
vi
οἴομαι
creure
ὁλίγος, -η, -ον
poc
ὄμμα, -ατος (τό)
mirada
ὁμοῖος, -α, -ον
igual
ὄνομα, -ατος (τὸ)
nom
ὀνομάζω
anomenar
ὄνυξ, -υχος (ὁ)
urpa
ὁπλίτης, -ου (ὁ)
soldat (d'infanteria)
ὁράω
preguntar
ὀρθός, -η, -ον
correcte
ὀργίζω
irritar
ὄρνις, -ιθος (ὁ\ἡ)
ocell
ὅς, ἥ, ὅ
que, el qual, la qual..
ὅτι
que
οὐ, οὐκ, οὐχί
no
οὖν
doncs
οὖς, ὠτός (τό)
oïda
οὗτος, αὗτη, τοῦτο
aquest
παιδεύω
educar
παῖς, παιδός (ὁ)
nen
παλαιός, -α, -ον
antic
πάλαι
fa temps
παρά
al costat de
παρασκευάζω
preparar
παρθένος, -ου (ἡ)
noia
πᾶς, πᾶσα, πᾶν
tot
πατήρ, πατρὀς (ὁ)
pare
πατρίς, -ιδος (ἡ)
patern
παύω
calmar
πείθω
confiar
πέλαγος, -ους (τό)
mar
πέμπω
enviar
πέπλος, -ου (ὁ)
vestit
περὶ
al voltant de
πέτρα, -ας (ἡ)
pedra
πικρός,-ά, -όν
agut
πίπτω
caure
πιστεύω
creure
πιστός, -ή, -όν
fidel
πλήττω
colpejar
πλοῦς, -ου (ὁ)
navegació
πλουσίος, -α, -ον
ric
ποίημα, -ατος (τό)
poema
ποιητής, -ου (ὁ)
poeta
πολἐμιος, -α, -ον
enemic
πόλεμος, -ου (ὁ)
guerra
πόλις, -έως (ἡ)
ciutat
πολιτεία, -ας (ἡ)
constitució
πολίτης, -ου (ὁ)
ciutadà
πολύς, πολλή, πολύ
molt
πονηρός, -ά, -όν
malvat
πορεύομαι
anar/marxar
πούς, ποδός (ὁ)
peu
πρᾶγμα, -ατος (τὸ)
acció
πράττω
fer
πρό
davant
πρός
al costat de
ῥητωρ, -ορος (ὁ)
rétor
ῥίζα, -ας (ἡ)
arrel
ῥίπτω
tirar/llençar
σῆμα, -ατος (τό)
paraula
σός, σή, σόν
teu, teva
σοφιστής, -ου (ὁ)
sofista
σπουδαῖος, -α, -ον
diligent
στέργω
estimar
στήλη, -ης (ἡ)
columna
στόμα, -ατος (τό)
boca/rostre
στρατεγός, -ου (ὁ)
general
στρατεύω
lluitar
στρατιώτης, -ου (ὁ)
soldat
στρατός, -ου (ὁ)
exèrcit
στρέφω
tornar
σύ
tu
συλλέγω
reunir
σύμμαχος, -ου (ὁ)
aliat
σῦριγξ, -ιγγος (ἡ)
canya
σφενδονήτης, -ου (ὁ)
forner
σῶμα, -ματος (τό)
cos
σωτήρ,-ῆρος
salvador
σώφρων, -ον (-ονος)
prudent
τάττω
ordenar
τείνω
estendre
τεῖχος, -ους (τό)
muralla
τιμή, -ης (ἡ)
honor
τις, τι
algun, alguna
τίς, τί
quí? què?
τοξεύω
disparar
τόπος, -ου (ὁ)
lloc
τραγῳδία, -ας (ἡ)
tragèdia
τραῦμα, -ατος (τό)
ferida
τρέπω
tornar
τρόπαιον, -ου (τό)
trofeu
τρόπος, -ου (ὁ)
direcció
ὑβρίζω
ser superb
ὕβρις, -έως (ἡ)
supèrbia
ὑγίεια, -ας (ἡ)
salut
ὕδωρ, ὕδατος (τό)
aigua
υἱος, οῦ (ὁ)
fill
ὑμεῖς
vosaltres
ὑμέτερος, -α, -ον
vostre
ὕμνος, -ου (ὁ)
son
ὑπέρ
sobre
ὑπό
sota
φάρμακον, -ου (τό)
medicament
φείδομαι
perdonar
φέρω
portar
φεύγω
fugir
φημί
dir
φιλέω
estimar
φιλία, -ας (ἡ)
amistat
φίλος, -ου (ὁ)
amic
φιλόσοφος, -ου (ὁ)
filòsof
φροντίζω
pensar
φύλαξ, -άκος (ὁ)
guàrdia
φυλάττω
guardar
φύσις, -έως (ἡ)
naturalesa
φυτόν, -ου (τό)
planta
φωνή, -ης (ἡ)
so
χαίρω
alegra-se
χείρ, χειρός (ἡ)
χράομαι
necessitar
χρή
és necessari
χρήσιμος, -η, -ον
útil
χρηστός, -ή, -όν
honrat
χρόνος, -ου (ὁ)
temps
χώρα, -ας (ἡ)
regió
χῶρος, -ου
regió
ψεύδω
enganyar
ψῆφος, -ου (ὁ)
pedreta
ᾠδή, -ης (ἡ)
cant
ὡς
que/com