Level 128 Level 130
Level 129

Επίθετα 2


341 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
el adjetivo
επίθετο (γραμματικής)
justo
δίκαιος, σωστός, σωστό
injusto
άδικος
torcido
στραβός
el / la cómplice
συνένοχος, συνεργός
el fugitivo, el fugado
δραπέτης, φυγάς
el solitario
μοναχικός, πασιέντσα (το παιχνίδι της τράπουλας)
el / la estéril
στείρος / στείρα
extraño
παράξενος, παράξενο, περίεργο, μου λείπει (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
garantizado
εγγυημένος, εγγυημένο
analítico
αναλυτικός, αναλυτικό
el novato
αρχάριος
de seda
μεταξωτός, μεταξωτό
inmaduro
άγουρος, άγουρο, ανώριμος
maduro
ώριμος, ώριμο
protector
προστάτης, προστατευτικό
falso
πλαστός, ψεύτικος, ψευδής
cuidadoso
προσεκτικός
escondido, oculto
κρυμμένος, κρυφός
obligado
υποχρεωμένος
exclusivo
αποκλειστικός, αποκλειστικό
el / la accesible
προσιτός / προσιτή
loco
τρελός (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ή ΨΥΧΑΣΘΕΝΗΣ)
pálido
χλωμός
congelado
κατεψυγμένος, παγωμένος
el / la molestante
ενοχλητικός / ενοχλητική
digno
άξιος
malo
κακός, κακό, άσχημα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ)
volador
ιπτάμενος
de pie
όρθιος
sospechoso
ύποπτος
asqueroso
αηδιαστικός, σιχαμένος
común, habitual, usual
συνήθης, συνηθισμένος (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΗ ΕΝΝΟΙΑ)
especializado
ειδικευμένος (ΟΧΙ η λέξη ειδικός)
el / la insuficiente
ανεπαρκής
el / la suficiente
αρκετός, επαρκής
el / la impactante
συγκλονιστικός / συγκλονιστική / συγκλονιστικό
ambicioso, aspiracional
φιλόδοξος
estúpido
βλάκας, βλάκα!
cojo
κουτσός
ciego
τυφλός
mudo
μουγκός
el sordo
κουφός
demoledor
συντριπτικός, καταστρεπτικός, της κατεδάφισης
educado
μορφωμένος
miedoso
φοβιτσιάρης
el / la mortal
θανάσιμος / θανάσιμη
arduo, trabajoso
κοπιαστικός
racional
ορθολογικό, λογικό
afortunado
τυχερός
desafortunado
άτυχος
el / la disponible
διαθέσιμος / διαθέσιμη / διαθέσιμο
valioso, precioso
πολύτιμος, πολύτιμο
espontáneo
αυθόρμητος
inesperado
απροσδόκητος, απροσδόκητο, απρόσμενο, απρόοπτο
decepcionado
απογοητευμένος
el / la reciente
πρόσφατος / πρόσφατη
expuesto
εκτεθειμένος
el / la injustificable
αδικαιολόγητος / αδικαιολόγητη / αδικαιολόγητο
abandonado
εγκαταλειμμένος
adecuado, apropiado, pertinente
κατάλληλος
inadecuado, inapropiado
ακατάλληλος
absoluto
απόλυτος
ficticio
πλασματικός, φανταστικός (μή πραγματικός)
el / la indeseable
ανεπιθύμητος / ανεπιθύμητη / ανεπιθύμητο
obligatorio
υποχρεωτικός
el experto, el perito
εμπειρογνώμονας, ειδικός
popular
δημοφιλής, λαϊκός
colectivo
συλλογικός
el exitoso
επιτυχής, επιτυχημένος
reforzado
ενισχυμένος
inválido
άκυρος
el / la confidencial
εμπιστευτικός / εμπιστευτική / εμπιστευτικό, απόρρητο
azaroso, temerario
ριψοκίνδυνος, τολμηρός
el / la tolerante
ανεκτικός / ανεκτική
preparado, listo
προετοιμασμένος, έτοιμος
el / la diferente
διαφορετικός / διαφορετική / διαφορετικό (ΟΧΙ otro, ΟΧΙ distinto)
incoloro
άχρωμο, άχρωμος
el viejo
γέρος, παλιός, παλιό, υπερήλικας
entero
ολόκληρος
oscuro
σκούρο, σκούρος, σκοτεινός
poco
λίγο, λίγος
verdadero
αληθινός, αληθής
enfermo, el enfermo
άρρωστος
el / la parcial
μερικός / μερική / μερικό, όχι ολόκληρος
raro
σπάνιος, σπάνιο, ασυνήθιστος, ασυνήθιστο
el idiota, el pendejo
ηλίθιος, ηλίθιε, ("pendejo" σημαίνει και "ηβική τρίχα" = μαλάκας)
real
πραγματικός, αληθινός, βασιλικός (της βασιλικής οικογένειας)
sin
χωρίς, σκέτος
el / la valiente
γενναίος, τολμηρός, παλικάρι / γενναία, τολμηρή
el pendiente
σκουλαρίκι, εκκρεμής
el / la vacilante
διστακτικός / διστακτική / διστακτικό
el / la criminal
ο / η κακοποιός, εγκληματίας, εγκληματικός
pensativo
σκεφτικός
inaceptable, inadmisible
απαράδεκτος / απαρέδεκτη
musculoso
μυώδης
el ligero
ελαφρύς, ελαφρύ
pesado
βαρύς
el patán
χωριάτης, αγροίκος, άξεστος
el astuto
πονηρός, μάγκας
secreto, clandestino
μυστικός, μυστικό
el primitivo
πρωτόγονος, πρωτόγονο
civilizado
πολιτισμένος
simpático
συμπαθητικός
antipático
αντιπαθητικός
el / la respetable
σεβαστός / σεβαστή / σεβαστό, αξιοσέβαστος / αξιοσέβαστη / αξιοσέβαστο
vulgar
πρόστυχος, χυδαίος
recatado
σεμνός
el / la breve
σύντομος / σύντομη / σύντομο
el trabajador
εργαζόμενος, εργατικός, εργάτης
básico
βασικός, βασικό
sustancial, esencial
ουσιώδης, ουσιαστικός
anímico, psicológico
ψυχολογικός
el / la adorable
αξιαγάπητος / αξιαγάπητη
afectuoso, cariñoso, tierno
στοργικός, τρυφερός
el / la amenazante
απειλητικός / απειλητική
prestado
δανεικός
robado
κλεμμένος
el herido
τραυματίας, πληγωμένος, χτυπημένος, τραυματισμένος
sin afeitar
αξύριστος / αξύριστη
el afeitado, afeitado, rapado
ξύρισμα, ξυρισμένος
pelirrojo
κοκκινομάλλης
rubio
ξανθός
moreno
μελαχρινός, μελαχρινό
calvo
φαλακρός
profundo
βαθύς, βαθύ
poco profundo
ρηχός
cortado
κομμένος
cansado
κουρασμένος
descansado
ξεκούραστος
florido
ανθισμένος
organizado
οργανωμένος
el / la terrible
φοβερός, τρομερός / φοβερή, τρομερή
el / la final
τελικός / τελική / τελικό
el / la inicial
αρχικός / αρχική
el / la permanente
το περμανάντ (στα ισπανικά θηλυκό άρθρο), μόνιμος / μόνιμη / μόνιμο
temporal
προσωρινός, προσωρινό / προσωρινή, θύελλα, καταιγίδα
iluminoso
φωτεινός, φωτεινό
hipnotizado
υπνωτισμένος
gracioso
διασκεδαστικός, αστείος (ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ)
clavado
καρφωμένος
suficiente, bastante
αρκετός / αρκετή / αρκετό
el lindo
χαριτωμένος, ομορφούλης, γλυκούλης, ωραίος
limitado
περιορισμένος, πεπερασμένος
emocional, sentimental
συναισθηματικός / συναισθηματική
compasivo
συμπονετικός
el / la impaciente
ανυπόμονος / ανυπόμονη
el / la desobediente
ανυπάκουος / ανυπάκουη
el humano, humano
άνθρωπος (επιστημονικά), ανθρώπινος (με την επιστημονική έννοια)
cauteloso
επιφυλακτικός
pasivo
παθητικός
arrogante
αλαζονικός, υπεροπτικός / αλαζονική, υπεροπτική
el provocativo
προκλητικός
derrochador
σπάταλος
obstinado
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
acomodadizo
υποχωρητικός, εξυπηρετικός, περιποιητικός, συγκαταβατικός, ευεπηρέαστος
sereno
γαλήνιος, ψύχραιμος
el / la presentable
ευπαρουσίαστος, εμφανίσιμος / ευπαρουσίαστη, εμφανίσιμη
el (preterito) perfecto
παρακείμενος, τέλειος, σύνθετος χρόνος με χρήση του "haber"
masculino
ανδρικός, αρσενικό, αρσενικό
asustado
τρομαγμένος, φοβισμένος
el sabio, sabio
σοφός
contrario
αντίθετος, αντίθετο
cosido
ραμμένος, ραμμένο, ράψιμο
el / la invencible
ανίκητος / ανίκητη
adornado, decorado, ornado
διακοσμημένος, στολισμένος
fundamental
θεμελιώδες, βασικό
puro
αγνός, γνήσιος, ατόφιος, καθαρός
aburrido
βαρετός, βαριεστημένος
el helado
παγωτό, παγωμένος, παγωμένο
legislativo
νομοθετικός, νομοθετικό
desordenado
ακατάστατος, ακατάστατο, διαταραγμένος
incómodo
άβολος
disfrazado
μεταμφιεσμένος
nevado
χιονισμένος
desesperado
απελπισμένος, απεγνωσμένος, απογοητευμένος
el / la variable
μεταβλητός, ευμετάβλητος, άστατος, ιδιότροπος
sediento
διψασμένος
embotellado
εμφιαλωμένος, εμφιαλωμένο
parado
άνεργος, σταματημένος, στεκούμενος (όρθιος)
probable, posible
πιθανός / πιθανή / πιθανό
el / la pacifista
ειρηνιστής
subterráneo
υπόγειος
(es) caluroso
ζεστός / ζεστό, θερμός / θερμό (ΓΙΑ ΜΟΝΙΜΑ ΘΕΜΑΤΑ πχ el clima)
puntual
ακριβής, στην ώρα του
presuroso, apresurado
βιαστικός
hospitalario
φιλόξενος
religioso
θρησκευτικός
tedioso
κουραστικός, κοπιαστικός
favorable, próspero, propicio
ευνοϊκός, ευνοϊκό
flexible, versátil
ευέλικτος
entreabierto
μισάνοιχτος, μισάνοιχτο
descuidado
απρόσεχτος, παραμελημένος
ahogado
πνιγμένος
asesinado
δολοφονημένος
espeso
παχύ, παχύς (ΟΧΙ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ-ΖΩΑ), αδρός
especializado
εξειδικευμένος, εξειδικευμένο
el / la indiscutible
αδιαφιλονίκητος, ασυζήτητος, αναμφισβήτητος (OXI indudable)
determinado
αποφασισμένος, ορισμένος
impreciso
ασαφής, ασαφές, ανακριβής
costero, marítimo
παραθαλάσσιος, παραθαλάσσιο, παραλιακός
soñoliento, somnoliento
νυσταγμένος
caducado
ληγμένος, ληγμένο
el / la notable
αξιοσημείωτος / αξιοσημείωτη / αξιοσημείωτο
favorito
αγαπημένο, ευνοούμενος, φαβορί
novedoso
πρωτότυπος
generoso
γενναιόδωρος, χουβαρντάς
llamado
επονομαζόμενος, που ονομάζεται, με τίτλο...
silencioso
σιωπηλός, αθόρυβος, λιγομίλητος
voluntario
εθελοντικός, εκούσιος, εθελοντής
ventajoso
επωφελής, πλεονεκτικός
el / la impotente
ανίσχυρος / ανίσχυρη
maldito
καταραμένος, κακολογημένος
el / la fascinante
συναρπαστικός / συναρπαστική / συναρπαστικό
estándar
τυποποιημένος, στάνταρ
el / la coherente
συνεκτικός, συναφής
desconectado
αποσυνδεδεμένος
el / la impecable
αναμάρτητος, άψογος
extendido
εκτεταμένος, διαδεδομένος, παρατεταμένος
de mente abierta
ανοιχτόμυαλος / ανοιχτόμυαλη
eficaz
αποτελεσματικός
desastroso, catastrófico
καταστροφικός
el / la estresante
αγχωτικός, στρεσογόνος, που προκαλεί άγχος
el / la inútil
άχρηστος / άχρηστη
donador
δωρητής
excéntrico, extravagante
εκκεντρικός, παράξενος (με την κακή έννοια), υπερβολικός
el / la interminable
ατέλειωτος / ατέλειωτη / ατέλειωτο
el / la comprensible
κατανοητός / κατανοητή / κατανοητό
el dormilón
υπναράς
de manga corta
κοντομάνικος
montañoso
ορεινός, βουνίσιος
inseguro
ανασφαλής
el sellado, sellado
σφράγισμα, σφραγισμένος, σφραγισμένο (ΟΧΙ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΟ)
económico
οικονομικός, φθηνός
resistente (al...)
ανθεκτικός / ανθεκτική / ανθεκτικό (στο...)
aleatorio, ocasional
τυχαίος, τυχαίο
riendo
γελαστός, γελώντας
indiscreto, fisgón
αδιάκριτος
ingrato
αχάριστος, αγνώμων
procedente
προερχόμενος
envuelto
τυλιγμένος, τυλιγμένο
dudoso
αμφίβολος
inmediato
άμεσος
beneficioso
ωφέλιμος, επωφελής, ευεργετικός
irónico
ειρωνικός
peludo
μαλλιαρός, με πολλές τρίχες
exigente, pretencioso
απαιτητικός
apto
κατάλληλος, ικανός
casero
χύμα, σπιτικός, σπιτίσιος
agotado
εξαντλημένος, εξαντλημένο
jugoso
ζουμερός, χυμώδης
tapado
βουλωμένος, καπακωμένος, κλειστός (με καπάκι), ταπωμένος
llorón / llorona
κλαψιάρης / κλαψιάρα
sepultado, enterrado
θαμμένος
el conservador
συντηρητικός (χαρακτήρας), συντηρητικό (τρόφιμα), συντηρητής (επάγγελμα)
el / la inexistente
ανύπαρκτος / ανύπαρκτη / ανύπαρκτο
decisivo
αποφασιστικός, αποφασιστικό
el autor / la autora
ο / η δράστης (πχ εγκλήματος), συγγραφέας, δημιουργός ενός έργου
diestro
επιδέξιος, δεξιοτέχνης, δεξιόχειρας
el / la incondicional
ανεπιφύλακτος, άνευ όρων
molecular
μοριακός
impagado
απλήρωτος
exhaustivo
εξαντλητικός
dopado
ντοπαρισμένος
bromista, gracioso
πλακατζής, χωρατατζής, αστείος, διασκεδαστικός, χιουμορίστας
enmascarado
μασκοφόρος
el / la cruel
σκληρός (χαρακτήρας), απάνθρωπος, βάναυσος, άκαρδος, στυγνός, άπονος
el injurioso
υβριστικός
lucrativo
επικερδής, κερδοφόρος, προσοδοφόρος
atropellado
πατημένος από όχημα, χτυπημένος από όχημα, καταπατημένος, τσαλαπατημένος
jodido
γαμημένος, γαμημένο
indeciso
αναποφάσιστος
arriesgado
παρακινδυνευμένος, παράτολμος, ριψοκίνδυνος
sanguinario
αιμοβόρος, αιμοδιψής, αιματηρός, αιμοσταγής
el / la irresistible
ακαταμάχητος / ακαταμάχητη / ακαταμάχητο
el / la infalible
αλάνθαστος, αλάθητος / αλάνθαστη, αλάθητη
deshabitado
ακατοίκητος, ακατοίκητο
el / la violinista
βιολιστής / βιολίστρια
enfurecido
εξοργισμένος, εξαγριωμένος, έξω φρενών, εκνευρισμένος
subdesarollado
υπανάπτυκτος
el motero / la motera
ο μηχανόβιος / η μηχανόβια
mutuo, recíproco, bilateral
αμοιβαίος, αλληλοπαθής, κοινός
el / la bursátil
χρηματιστηριακός, χρηματιστηριακή, χρηματιστηριακό
el penitenciario
σωφρονιστικός, σωφρονιστικό
blindado
θωρακισμένος, τεθωρακισμένος / θωρακισμένο, τεθωρακισμένο
genial
τέλειος, υπέροχος, πολύ καλός, ιδιοφυής,
práctico
πρακτικός, πρακτικό
el / la viable
βιώσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος, εφαρμόσιμος
mojigato
σεμνότυφος, πουριτανός, ηθικολόγος
urbano, cívil
αστικός, δημοτικός
el / la judicial
δικαστικός, δικαστική, δικαστικό, αγωγή
horizontal
οριζόντιος
el dañino, la dañina, el / la perjudicial
βλαβερός, βλαβερό, βλαβερή
maltratado, abusado
κακοποιημένος
el amo / el ama (las amas)
ο / η αφέντης, κύριος, ιδιοκτήτης, κάτοχος, ηγεμόνας, αφεντικό ζώου (οι αφέντρες κλπ)
el as
άσος, άσσος, 1
pegajoso
κολλητικός, κολλώδης, γλοιώδης
emergido
αναδυόμενος
el / la ausente
απών, ελλείπων / απούσα, ελλείπουσα
el fumador / la fumadora
καπνιστής / καπνίστρια
gran fumador
θεριακλής, μανιώδης καπνιστής
el / la ancestral
(ο / η) πατροπαράδοτος, πατρογονικός, παραδοσιακός, προγονικός
vertiginoso
ιλιγγιώδης, αστραπιαίος, κατακόρυφος
chabacano
χυδαίος, κακόγουστος, φθινός, φανταχτερά
clandestino
λαθραίος, μυστικός, κρυφός, υπόγειος, (ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ): μαύρη
el / la laborable
εργάσιμος / εργάσιμη
grosero
άξεστος, αγενής, αναιδής, θρασύς
discreto, discrecional
διακριτικός
crónico / crónica
χρόνιος / χρόνια (πχ ασθένεια)
afeminado
θηλυπρεπής, κοριτσίστικος, αδερφίστικος
detallado
λεπτομερής, εμπεριστατωμένος, αναλυτικός
bondadoso
καλοσυνάτος, καλοκάγαθος
elogioso
επαινετικός, κολακευτικός, εγκωμιαστικός
mandatario
εντολοδόχος, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός
fermentado
ζυμωμένος, ζυμωμένο
vegetariano
χορτοφάγος (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΦΥΤΟΦΑΓΟ), χορτοφαγικός, γαλακτοχορτοφάγος
distinto
διάφορος, άλλος, διαφορετικός, έτερος (ΟΧΙ otro, ΟΧΙ diferente)
el / la incontenible
ο / η ασυγκράτητος, ακατανίκητος, ασταμάτητος, ασίγαστος
el / la rural
ο / η αγροτικός, επαρχιώτικος, εξοχικός
desahuciado
αυτός που του έκαναν έξωση, εκδιωχθείς, ξεγραμμένος
el / la senderista
ο / η πεζοπόρος, οδοιπόρος (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΠΕΖΟΣ)
nefasto
δυσοίωνος, ολέθριος, δυσμενής, αρνητικός
degollado
σφαγμένος, σφαγμένο, με κομμένο το λαιμό
homófobo
ομοφοβικός
1.ruidoso / 2. ¡Ruidoso!
1.θορυβώδης, φασαριόζικος, θορυβοποιός / 2.ΩΣ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ: Δυνατά!
el / la susceptible
ο / η επιρρεπής, ευαίσθητος, ευερέθιστος
simultáneo
ταυτόχρονος, σύγχρονος
compacto
συμπαγής, συμπαγές
el / la anticoagulante
ο / η / το αντιπηκτικός, αντιθρομβωτικός
el / la multilateral
ο/ η πολυμερής, πολύπλευρος, πολυμορφικός, με πάμπολλες χρήσεις
el / la viral
ιογενής (πχ ΓΙΑ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ ΚΛΠ), εξαιρετικά δημοφιλής (πχ ΓΙΑ ΒΙΝΤΕΟ ΚΛΠ)
apostador
τζογαδόρος, χαρτοπαίκτης
canceroso
καρκινικός (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ ΚΑΡΚΙΝΟΓΟΝΟΣ)
agujereado
τρύπιος, τρύπιο, τρυπημένο
desabotonado, desabrochado
ξεκούμπωτος, ξεκούμπωτο
anormal
αφύσικος, μη φυσιολογικός, ασυνήθιστος, αντικανονικός, ανώμαλος
el gamín / la gamina
παλιόπαιδο, διαβολάκι
transgénero
διεμφυλικός
relacionado
σχετικός, σχετικό, σχετιζόμενο, συναφές
el / la ilegible
ο/η/το δυσανάγνωστος
el / la insular
ο/η/το νησιώτικος