Level 141 Level 143
Level 142

Κλίση 35 βασικών ρημάτων (ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ)

178 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

la conjugación
κλίση, συζυγία
el pluscuamperfecto
Υπερσυντέλικος (pluscuamperfecto) (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Δηλώνει: 1) ότι μια πράξη έγινε και ολοκληρώθηκε πριν από κάποια άλλη, 2) ότι μια πράξη έγινε πριν από κάποιο χρονικό σημείο του παρελθόντος (ΚΑΝΟΝΑΣ)
había sido
είχα γίνει, είχε γίνει, είχα υπάρξει, είχε υπάρξει (μόνιμο)
habías sido
είχες γίνει, είχες υπάρξει (μόνιμο)
habíamos sido
είχαμε γίνει, είχαμε υπάρξει (μόνιμο)
habíais sido
είχατε γίνει, είχατε υπάρξει (μόνιμο) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían sido
είχαν γίνει, είχαν υπάρξει (μόνιμο)
había estado
είχα πάει (είχα βρεθεί εκεί), είχα υπάρξει, είχε πάει, είχε υπάρξει (προσωρινό)
habías estado
είχες πάει (είχες βρεθεί εκεί), είχες υπάρξει (προσωρινό)
habíamos estado
είχαμε πάει (είχαμε βρεθεί εκεί), είχαμε υπάρξει (προσωρινό)
habíais estado
είχατε πάει (είχατε βρεθεί εκεί), είχατε υπάρξει (προσωρινό) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían estado
είχαν πάει (είχαν βρεθεί εκεί), είχαν υπάρξει (προσωρινό)
había tenido
habías tenido
habíamos tenido
habíais tenido
habían tenido
había podido
είχα μπορέσει, είχε μπορέσει
habías podido
είχες μπορέσει
habíamos podido
είχαμε μπορέσει
habíais podido
είχατε μπορέσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían podido
είχαν μπορέσει, είχατε μπορέσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había hecho
είχα κάνει, είχε κάνει
habías hecho
είχες κάνει
había hablado
είχα μιλήσει, είχε μιλήσει
habías hablado
είχες μιλήσει
habíamos hecho
είχαμε κάνει
habíais hecho
είχατε κάνει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habíamos hablado
είχαμε μιλήσει
habían hecho
είχαν κάνει, είχατε κάνει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
habíais hablado
είχατε μιλήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían hablado
είχαν μιλήσει, είχατε μιλήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había trabajado
είχα δουλέψει, είχε δουλέψει
habías trabajado
είχες δουλέψει
habíamos trabajado
είχαμε δουλέψει
habíais trabajado
είχατε δουλέψει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían trabajado
είχαν δουλέψει, είχατε δουλέψει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había ido
είχα πάει, είχα φύγει, είχε πάει, είχε φύγει
habías ido
είχες πάει, είχες φύγει
habíamos ido
είχαμε πάει, είχαμε φύγει
habíais ido
είχατε πάει, είχατε φύγει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían ido
είχαν πάει, είχαν φύγει
había venido
είχα έρθει, είχε έρθει
habías venido
είχες έρθει
habíamos venido
είχαμε έρθει
habíais venido
είχατε έρθει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían venido
είχαν έρθει, είχατε έρθει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
me había sentado
είχα κάτσει
te habías sentado
είχες κάτσει
se había sentado
είχε κάτσει
nos habíamos sentado
είχαμε κάτσει
os habíais sentado
είχατε κάτσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
se habían sentado
είχαν κάτσει
había visto
είχα δει, είχε δει
habías visto
είχες δει
habíamos visto
είχαμε δει
habíais visto
είχατε δει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían visto
είχαν δει
había oído, había escuchado
είχα ακούσει, είχε ακούσει
habías oído, habías escuchado
είχες ακούσει
habíamos oído, habíamos escuchado
είχαμε ακούσει
habíais oído, habíais escuchado
είχατε ακούσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían oído, habían escuchado
είχαν ακούσει, είχατε ακούσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había querido
είχα θελήσει, είχα αγαπήσει, είχε θελήσει, είχε αγαπήσει
habías querido
είχες θελήσει, είχες αγαπήσει
habíamos querido
είχαμε θελήσει, είχαμε αγαπήσει
habíais querido
είχατε θελήσει ή είχατε αγαπήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían querido
είχαν θελήσει, είχαν αγαπήσει
había sabido
habías sabido
habíamos sabido
habíais sabido
habían sabido
ήξεραν, ξέρανε (ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ)
había tomado
είχα πάρει, είχα πιει, είχε πάρει, είχε πιει
habías tomado
είχες πάρει, είχες πιει
habíamos tomado
είχαμε πάρει, είχαμε πιει
habíais tomado
είχατε πάρει ή είχατε πιει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían tomado
είχαν πάρει, είχαν πιει
había caminado, había andado
είχα περπατήσει, είχε περπατήσει
habías caminado, habías andado
είχες περπατήσει
habíamos caminado, habíamos andado
είχαμε περπατήσει
habíais caminado, habíais andado
είχατε περπατήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían caminado, habían andado
είχαν περπατήσει, είχατε περπατήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había entendido, había comprendido
είχα καταλάβει, είχε καταλάβει
habías entendido, habías comprendido
είχες καταλάβει
habíamos entendido, habíamos comprendido
είχαμε καταλάβει
habíais entendido, habíais comprendido
είχατε καταλάβει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían entendido, habían comprendido
είχαν καταλάβει, είχατε καταλάβει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había dado
είχα δώσει, είχε δώσει
habías dado
είχες δώσει
habíamos dado
είχαμε δώσει
habíais dado
είχατε δώσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían dado
είχαν δώσει, είχατε δώσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había comido
είχα φάει, είχε φάει
habías comido
είχες φάει
habíamos comido
είχαμε φάει
habíais comido
είχατε φάει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían comido
είχαν φάει, είχατε φάει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había bebido, había tomado
είχα πιει, είχε πιει
habías bebido, habías tomado
είχες πιει
habíamos bebido, habíamos tomado
είχαμε πιει
habíais bebido, habíais tomado
είχατε πιει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían bebido, habían tomado
είχαν πιει, είχατε πιει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había dicho
είχα πει, είχε πει, είχατε πει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ)
habías dicho
είχες πει
habíamos dicho
είχαμε πει
habíais dicho
είχατε πει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían dicho
είχαν πει, είχατε πει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había conocido
είχα γνωρίσει, είχε γνωρίσει
habías conocido
είχες γνωρίσει
habíamos conocido
είχαμε γνωρίσει
habíais conocido
είχατε γνωρίσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían conocido
είχαν γνωρίσει, είχατε γνωρίσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había discutido
είχα συζητήσει, είχε συζητήσει
habías discutido
είχες συζητήσει
habíamos discutido
είχαμε συζητήσει
habíais discutido
είχατε συζητήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían discutido
είχαν συζητήσει, είχατε συζητήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había pensado
είχα σκεφτεί, είχε σκεφτεί
habías pensado
είχες σκεφτεί
habíamos pensado
είχαμε σκεφτεί
habíais pensado
είχατε σκεφτεί (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían pensado
είχαν σκεφτεί, είχατε σκεφτεί (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había escrito
είχα γράψει, είχε γράψει
habías escrito
είχες γράψει
habíamos escrito
είχαμε γράψει
habíais escrito
είχατε γράψει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían escrito
είχαν γράψει
había leído
είχα διαβάσει, είχε διαβάσει
habías leído
είχες διαβάσει
habíamos leído
είχαμε διαβάσει
habíais leído
είχατε διαβάσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían leído
είχαν διαβάσει, είχατε διαβάσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había aprendido
είχα μάθει, είχε μάθει
habías aprendido
είχες μάθει
habíamos aprendido
είχαμε μάθει
habíais aprendido
είχατε μάθει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían aprendido
είχαν μάθει, είχατε μάθει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había explicado
είχα εξηγήσει, είχε εξηγήσει
habías explicado
είχες εξηγήσει
habíamos explicado
είχαμε εξηγήσει
habíais explicado
είχατε εξηγήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían explicado
είχαν εξηγήσει, είχατε εξηγήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había preguntado
είχα ρωτήσει, είχε ρωτήσει
habías preguntado
είχες ρωτήσει
habíamos preguntado
είχαμε ρωτήσει
habíais preguntado
είχατε ρωτήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían preguntado
είχαν ρωτήσει, είχατε ρωτήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había contestado, había respondido
είχα απαντήσει, είχε απαντήσει
habías contestado, habías respondido
είχες απαντήσει
habíamos contestado, habíamos respondido
είχαμε απαντήσει
habíais contestado, habíais respondido
είχατε απαντήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían contestado, habían respondido
είχαν απαντήσει, είχατε απαντήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había pedido
είχα ζητήσει, είχε ζητήσει
habías pedido
είχες ζητήσει
habíamos pedido
είχαμε ζητήσει
habíais pedido
είχατε ζητήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían pedido
είχαν ζητήσει, είχατε ζητήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había puesto
είχα βάλει, είχε βάλει
habías puesto
είχες βάλει
habíamos puesto
είχαμε βάλει
habíais puesto
είχατε βάλει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían puesto
είχαν βάλει, είχατε βάλει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había dejado
είχα αφήσει, είχα εγκαταλείψει, είχε αφήσει, είχε εγκαταλείψει
habíamos dejado
είχαμε αφήσει, είχαμε εγκαταλείψει
habíais dejado
είχατε αφήσει, είχατε εγκαταλείψει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían dejado
είχαν αφήσει, είχαν εγκαταλείψει
había necesitado
είχα χρειαστεί, είχε χρειαστεί
habías necesitado
είχες χρειαστεί
habíamos necesitado
είχαμε χρειαστεί
habíais necesitado
είχατε χρειαστεί (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían necesitado
είχαν χρειαστεί, είχατε χρειαστεί (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)
había intentado
είχα προσπαθήσει, είχε προσπαθήσει
habías intentado
είχες προσπαθήσει
habíamos intentado
είχαμε προσπαθήσει
habíais intentado
είχατε προσπαθήσει (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
habían intentado
είχαν προσπαθήσει, είχατε προσπαθήσει (ΕΠΙΣΗΜΟ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΤΟΜΑ)