Level 143 Level 145
Level 144

Κλίση 35 βασικών ρημάτων (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΝ)

179 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

la conjugación
κλίση, συζυγία
el subjuntivo
Υποτακτική (subjuntivo) (ΚΑΝΟΝΑΣ)
Δηλώνει: 1) αβεβαιότητα και υποκειμενικότητα, 2) επιθυμία, προσδοκία, απαίτηση, εντολή, 3) ετεροπροσωπία (ΚΑΝΟΝΑΣ)
que sea
να είμαι, να είναι (γ' ενικό) (μόνιμο), που να είναι (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
que seas
να είσαι (μόνιμο)
que seamos
να είμαστε (μόνιμο)
que seáis
να είσαστε (μόνιμο) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que sean
να είναι (γ' πληθυντικό) (μόνιμο)
que esté
να είμαι, να είναι, να βρίσκομαι, να βρίσκεται (προσωρινό)
que estés
να είσαι, να βρίσκεσαι (προσωρινό)
que estemos
να είμαστε, να βρισκόμαστε (προσωρινό)
que estéis
να είσαστε, να βρισκόσαστε (προσωρινό) (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que estén
να είναι (γ' πληθυντικό), να βρίσκονται (προσωρινό)
que tenga
να έχω, να έχει (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ tener)
que tengas
να έχεις
que tengamos
να έχουμε
que tengáis
να έχετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que tengan
να έχουν
que pueda
να μπορώ, να μπορεί, που να μπορεί
que puedas
να μπορείς
que podamos
να μπορούμε
que podáis
να μπορείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que puedan
να μπορούν
que haga
να κάνω, να κάνει
que hagas
να κάνεις
que hagamos
να κάνουμε
que hagáis
να κάνετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que hagan
να κάνουν
que hable
να μιλάω, να μιλάει
que hables
να μιλάς
que hablemos
να μιλάμε
que habléis
να μιλάτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que hablen
να μιλούν
que trabaje
να δουλεύω, να δουλεύει
que trabajes
να δουλεύεις
que trabajemos
να δουλεύουμε
que trabajéis
να δουλεύετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que trabajen
να δουλεύουν
que vaya
να πάω, να πάει, οτι θα πάω, ότι θα πάει
que vayas
να πας
que vayamos
να πάμε
que vayáis
να πάτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que vayan
να πάνε
que venga
να έρθω, να έρθει
que vengas
να έρθεις
que vengamos
να έρθουμε
que vengáis
να έρθετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que vengan
να έρθουν
que me siente
να καθίσω
que te sientes
να καθίσεις
que se siente
να καθίσει
que nos sentemos
να καθίσουμε
que os sentéis
να καθίσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que se sienten
να καθίσουν
que vea
να δω, να δει
que veas
να δεις
que veamos
να δούμε
que veáis
να δείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que vean
να δουν
que oiga, que escuche
να ακούσω, να ακούσει
que oigas, que escuches
να ακούσεις
que oigamos, que escuchemos
να ακούσουμε
que oigáis, que escuchéis
να ακούσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que oigan, que escuchen
να ακούσουν
que quiera
να θέλω, να θέλει
que quieras
να θέλεις
que queramos
να θέλουμε
que queráis
να θέλετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que quieran
να θέλουν
que sepa
να ξέρω, να ξέρει (ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ)
que sepas
να ξέρεις
que sepamos
να ξέρουμε
que sepáis
να ξέρετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que sepan
να ξέρουν
que tome
να πάρω, να πιω, να πάρει, να πιει
que tomes
να πάρεις, να πιεις
que tomemos
να πάρουμε, να πιούμε
que toméis
να πάρετε, να πιείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que tomen
να πάρουν, να πιουν
que camine, que ande
να περπατήσω, να περπατήσει
que camines, que andes
να περπατήσεις
que caminemos, que andemos
να περπατάμε
que caminéis, que andéis
να περπατάτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que caminen, que anden
να περπατάνε, να περπατούν
que entienda, que comprenda
να καταλαβαίνω, να καταλαβαίνει
que entiendas, que comprendas
να καταλαβαίνεις
que entendamos, que comprendamos
να καταλαβαίνουμε
que entendáis, que comprendáis
να καταλαβαίνετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que entiendan, que comprendan
να καταλαβαίνουν
que dé
να δώσω, να δώσει
que des
να δώσεις
que demos
να δώσουμε
que deis
να δώσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que den
να δώσουν
que coma
να φάω, να φαει
que comas
να φας
que comamos
να φάμε
que comáis
να φάτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que coman
να φάνε
que beba, que tome
να πιω, να πιει
que bebas, que tomes
να πιεις
que bebamos, que tomemos
να πιούμε
que bebáis, que toméis
να πιείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que beban, que tomen
να πιουν
que diga
να πω, να πει
que digas
να πεις
que digamos
να πούμε
que digáis
να πείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que digan
να πουν
que conozca
να γνωρίζω, να γνωρίζει
que conozcas
να γνωρίζεις
que conozcamos
να γνωρίζουμε
que conozcáis
να γνωρίζετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que conozcan
να γνωρίζουν
que discuta
να συζητήσω, να συζητήσει
que discutas
να συζητήσεις
que discutamos
να συζητήσουμε
que discutáis
να συζητήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que discutan
να συζητήσουν
que piense
να σκεφτώ, να σκεφτεί
que pienses
να σκεφτείς
que pensemos
να σκεφτούμε
que penséis
να σκεφτείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que piensen
να σκεφτούν
que escriba
να γράψω, να γράψει
que escribas
να γράψεις
que escribamos
να γράψουμε
que escribáis
να γράψετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que escriban
να γράψουν
que lea
να διαβάσω, να διαβάσει
que leas
να διαβάσεις
que leamos
να διαβάσουμε
que leáis
να διαβάσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que lean
να διαβάσουνε, να διαβάσουν
que aprenda
να μάθω, να μάθει
que aprendas
να μάθεις
que aprendamos
να μάθουμε
que aprendáis
να μάθετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que aprendan
να μάθουν
que explique
να εξηγήσω, να εξηγήσει
que expliques
να εξηγήσεις
que expliquemos
να εξηγήσουμε
que expliquéis
να εξηγήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que expliquen
να εξηγήσουν
que pregunte
να ρωτήσω, να ρωτήσει
que preguntes
να ρωτήσεις
que preguntemos
να ρωτήσουμε
que preguntéis
να ρωτήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que pregunten
να ρωτήσουν
que conteste, que responda
να απαντήσω, να απαντήσει
que contestes, que respondas
να απαντήσεις
que contestemos, que respondamos
να απαντήσουμε
que contestéis, que respondáis
να απαντήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que contesten, que respondan
να απαντήσουν
que pida
να ζητήσω, να ζητήσει
que pidas
να ζητήσεις
que pidamos
να ζητήσουμε
que pidáis
να ζητήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que pidan
να ζητήσουν
que ponga
να βάλω, να βάλει
que pongas
να βάλεις
que pongamos
να βάλουμε
que pongáis
να βάλετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que pongan
να βάλουν
que deje
να αφήσω, να εγκαταλείψω, να αφήσει, να εγκαταλείψει
que dejes
να αφήσεις, να εγκαταλείψεις
que dejemos
να αφήσουμε, να εγκαταλείψουμε
que dejéis
να αφήσετε, να εγκαταλείψετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que dejen
να αφήσουν, να εγκαταλείψουν
que necesite
να χρειαστώ, να χρειαστεί
que necesites
να χρειαστείς
que necesitemos
να χρειαστούμε
que necesitéis
να χρειαστείτε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que necesiten
να χρειαστούν
que intente
να προσπαθήσω, να προσπαθήσει
que intentes
να προσπαθήσεις
que intentemos
να προσπαθήσουμε
que intentéis
να προσπαθήσετε (ΑΝΕΠΙΣΗΜΟ)
que intenten
να προσπαθήσουν