Level 96 Level 98
Level 97

Αστυνομία & Δικαιοσύνη


251 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
la policía
η αστυνομία, η αστυνομικός
la justicia
δικαιοσύνη
el policía
ο αστυνομικός
comisaría, estación de policía
αστυνομικό τμήμα
DNI (Documento Nacional de Identidad)
αστυνομική ταυτότητα (η κάρτα)
el coche-patrulla
περιπολικό
el tribunal, el juzgado, la corte
δικαστήριο
la sentencia
δικαστική απόφαση, καταδίκη
el homicidio
ανθρωποκτονία
el exceso de velocidad
υπέρβασης ταχύτητας
la acusación
κατηγορία (πχ σε δικαστήριο) (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ, ΕΙΔΟΥΣ, ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ), καταγγελία, μήνυση
legislativo
νομοθετικός, νομοθετικό
disparar, disparo
πυροβολώ, πυροδοτώ
juzgar, juzgo
δικάζω, κρίνω
el testigo presencial
αυτόπτης μάρτυρας
el delito
αδίκημα, παράβαση
el / la testigo
μάρτυρας
la criminalidad
εγκληματικότητα
la organización terrorista
τρομοκρατική οργάνωση
el / la anarquista
αναρχικός / αναρχική
la prohibición
απαγόρευση
el crimen organizado
οργανωμένο έγκλημα
el juicio
δίκη
la mafia
μαφία
la culpa, la culpabilidad
ενοχή, σφάλμα, φταίξιμο, υπαιτιότητα
el / la cómplice
συνένοχος, συνεργός
el fugitivo, el fugado
δραπέτης, φυγάς
el escape
απόδραση
para toda la vida
ισόβια, για όλη τη διάρκεια της ζωής
la pena de muerte
θανατική καταδίκη
las barricadas
οδοφράγματα
pandilla, banda, cuadrilla
συμμορία, σπείρα
el derecho
το δίκαιο, δικαίωμα, δεξιά, το δεξί, ευθεία, ίσια
la ilegalidad
παρανομία
la organización
οργάνωση
sospechoso
ύποπτος
la persecución
καταδίωξη, δίωξη, διωγμός
la autopsia
αυτοψία
la inmovilización
ακινητοποίηση
el condenado
κατάδικος, καταδικασμένος
el antibalas
αλεξίσφαιρο
secuestrador
απαγωγέας, αεροπειρατής
la protesta, protesta
διαμαρτυρία, διαμαρτύρεται (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la investigación, el sondeo
έρευνα
el soborno
δωροδοκία, χρηματισμός, εξαγορά
los alborotadores
ταραξίες
la identidad
ταυτότητα (ΟΧΙ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ, ΟΧΙ ΩΣ ΠΡΑΓΜΑ)
el rescate
διάσωση, λύτρα
la confrontación, el enfrentamiento
αντιμετώπιση, σύγκρουση, διαμάχη
el castigo
τιμωρία, τιμωρώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
la opresión, la represión
καταπίεση
el secuestro, el rapto
απαγωγή, απαγάγω (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), αεροπειρατεία
el infractor
παραβάτης
la pena
ποινή, τιμωρία, κρίμα, στεναχώρια
el ladrón
ο ληστής, ο κλέφτης
la ladrona
η κλέφτρα
el detenido, el recluso
κρατούμενος
ilegal
παράνομος
prisionero, encarcelado
φυλακισμένος
las esposas
χειροπέδες, οι γυναίκες σύζηγοι
el engaño, engaño
εξαπάτηση, παραπλάνηση, απάτη, εξαπατώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
inocente
αθώος / αθώα
la defensa
άμυνα, υπεράσπιση
justo
δίκαιος, σωστός, σωστό
el crimen
έγκλημα
la organización criminal
εγκληματική οργάνωση
el / la criminal
ο / η κακοποιός, εγκληματίας, εγκληματικός
el robo, robo
ληστεία, κλοπή, κλέβω (α' πρόσωπο ενεστώτα)
la rotura, el robo con fractura
διάρρηξη
la injusticia
η αδικία
la ley
ο νόμος
la violación
παράβαση, βιασμός
el control
έλεγχος
el violador
βιαστής
asesinato
δολοφονία, φόνος
el asesino
δολοφόνος
el / la culpable
ένοχος / ένοχη
fraude, estafa, engaño
απάτη, νοθεία
la observación
παρακολούθηση
el casco
κράνος
la condena
καταδίκη
la búsqueda
αναζήτηση, ψάξιμο
falso
πλαστός, ψεύτικος, ψευδής
la documentación
πιστοποίηση, τεκμηρίωση
el cadáver
πτώμα
la violencia
βία
el / la jurista
νομικός
legal
νόμιμος
la legislación
νομοθεσία
prohibido
απαγορευμένος, απαγορεύεται
secuestrar, secuestro
απαγάγω
prohibida la entrada
απαγορεύεται η είσοδος
el límite, el umbral
όριο
el / la guardia
φύλακας, δεσμοφύλακας, φύλαξη, εφημερία (πχ ιατρών κλπ)
la cárcel, la prisión
φυλακή
el / la fiscal (de distrito)
εισαγγελέας
acusar (a), acuso (a)
κατηγορώ (τον / την), καταγγέλω
están acusados
κατηγορούνται
la alerta
συναγερμός
la caja fuerte
χρηματοκιβώτιο
el conflicto
διαμάχη, σύρραξη, καυγάς
la autodefensa
αυτοάμυνα
el disparo
πυροβολισμός, πυροβολώ (α' ενικό πρόσωπο ενεστώτα), βολή, πυροδότηση
el arma
όπλο
detener (a), detengo (a), arrestar (a), arresto (a)
συλλαμβάνω, φυλακίζω (τον / την)
la detención, el arresto
σύλληψη
el encarcelamiento
φυλάκιση
manifestar, manifiesto
διαδηλώνω
el / la manifestante, el demostrador
διαδηλωτής / διαδηλώτρια
protestar, protesto
διαμαρτύρομαι
los derechos humanos
ανθρώπινα δικαιώματα
la resistencia
αντίσταση
peligroso
επικίνδυνος, επικίνδυνο
peligro, riesgo
κίνδυνος, ρίσκο
el / la gendarme
χωροφύλακας
la trata de personas
εμπόριο λευκής σαρκός, τράφικινγκ
el narcotráfico
εμπόριο ναρκωτικών
el contrabando
λαθρεμπόριο
detectar, detecto
ανιχνεύω
la denuncia, denuncia
καταγγελία, καταγγέλει (γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα)
el abogado
δικηγόρος
la oficina de abogado
δικηγορικό γραφείο
el jurado
ένορκος
la decisión
απόφαση
injusto
άδικος
el caso
περίπτωση, ζήτημα, υπόθεση
la excusa, la justificación, el pretexto
δικαιολογία, πρόσχημα, πρόφαση, πρόσχημα
la mentira, la paja (paja ως ιδιωματισμός)
το ψέμα
mentir (a), miento (a)
ψεύδομαι, λέω ψέματα (στον / στην)
en falso
ψευδώς
mentiroso
ψεύτης
la verdad
αλήθεια
el juramento
όρκος
jurar, juro
ορκίζομαι
esclarecer, esclarezco
διαλευκάνω
guardacosta
ακτοφυλακή
sufrir persecución
υφίσταμαι διώξεις (ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ)
se ha entregado
παραδόθηκε, έχει παραδοθεί (ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ)
los grupos ultraderechistas
ακροδεξιές ομάδες
el razón
το δίκιο, ο λόγος, η λογική
el / la fiscal
δημοσιονομικός, φορολογικός / δημοσιονομική, φορολογική, εισαγγελέας
la celda
κελί, κύτταρο
encarcelar, encarcelo
φυλακίζω
el código
κώδικας (πχ ποινικός κώδικας) (ΟΧΙ Ο ΚΩΔΙΚΟΣ)
perseguir, persigo
καταδιώκω
la estocada
μαχαίρωμα, μαχαιριά
la complicidad
συνενοχή, συνέργεια
las autoridades
οι αρχές (με την έννοια της εξουσίας)
la pistola
πιστόλι
la bala
σφαίρα (όπλου), βόλι, σκάγι
rehén
όμηρος
ilegalmente
παράνομα (επίρρημα)
el revólver
περίστροφο
la evidencia
απόδειξη (αποδεικτικό στοιχείο), μαρτυρία
escapar, escapo
δραπετεύω, διαφεύγω
la coartada
άλλοθι
la cadena perpetua
ισόβια κάθειρξη, καταδίκη σε ισόβεια
herir, hiero
τραυματίζω, πληγώνω
la Gendarmería
Χωροφυλακή
el / la impune
ατιμώρητος / ατιμώρητη / ατιμώρητο
el banquillo
το εδώλιο (του κατηγορουμένου στο δικαστήριο), πάγκος αναπληρωματικών (στο γήπεδο)
apelar, apelo
εφεσιβάλλω, ασκώ έφεση (αίτηση αναιρέσεως)
apelará
θα ασκήσει έφεση
legalizar, legalizo
νομιμοποιώ
legaliza
νομιμοποιεί
el ahorcamiento
απαγχονισμός, κρέμασμα
el impostor
απατεώνας, αγύρτης
el Supremo
το Ανώτατο Δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος
el autor / la autora
ο / η δράστης (πχ εγκλήματος), συγγραφέας, δημιουργός ενός έργου
absolver (a), absuelvo (a)
απαλάσσω, αθωώνω (τον / την)
la absolución, la exoneración
απαλλαγή, αθώωση, άφεση αμαρτιών
absuelto
απαλλαγμένος, αθωωμένος
interrogar, interrogo
ανακρίνω
la interrogación, el interrogatorio
ερώτηση (ως γραμματικός όρος), ανάκριση
la huella dactilar
δακτυλικό αποτύπωμα
la huella
ίχνος, αποτύπωμα
los derechos de autor
πνευματικά δικαιώματα (πχ μιας ταινίας, ενός βιβλίου, ενός τραγουδιού, ενός έργου κλπ)
los derechos laborales
εργατικά δικαιώματα
abogar, abogo
συνηγορώ, υποστηρίζω
falsificar, falsifico
πλαστογραφώ, παραποιώ, παραχαράσσω, διαστρεβλώνω
la falsificación
πλαστογραφία, απομίμηση (προϊόντος)
se falsificó
πλαστογραφήθηκε, παραποιήθηκε
prohibir (a), prohibo (a)
απαγορεύω (στον / στην)
está prohibido
απαγορεύεται, είναι απαγορευμένο
permitir, permito
επιτρέπω
se permite, está permitido
επιτρέπεται (απρόσωπο - η πρώτη λέξη)
no se permite
δεν επιτρέπεται
Jack el destripador
Τζακ ο αντεροβγάλτης
el pasado criminal
το εγκληματικό παρελθόν
el magistrado
δικαστικός λειτουργός, ανώτατος δικαστής, αρεοπαγίτης
mutilado
ακρωτηριασμένος, ακρωτηριασμένο, κολοβωμένο, πετσοκομμένο, κατακρεουργημένος
la objeción
αντίρρηση, ένσταση
el chantaje, la extorsión
εκβιασμός
chantajear, chantajeo
εκβιάζω
encapuchado
κουκουλοφόρος
enmascarado
μασκοφόρος
la legitimidad
νομιμότητα
las fuerzas del orden
τα όργανα της τάξης (αστυνομικοί), δυνάμεις ασφαλείας
encubrir, encubro
καλύπτω λάθη, συγκαλύπτω, αποσιωπώ, αποκρύβω
matar (a), mato (a)
σκοτώνω (τον / την)
robar, robo
κλέβω
engañar, engaño
εξαπατώ (ΟΧΙ Η ΛΕΞΗ timar, timo)
evadir, evado
διαφεύγω, ξεφεύγω
estar de servicio, estoy de servicio
είμαι σε υπηρεσία (δηλαδή δουλεύω τώρα), είμαι στο καθήκον
el uniforme
στολή
la impunidad
ατιμωρησία
el cannabis
κάνναβη
el hachís
χασίς, χασίσι
la bomba lacrimógena, el gas lacrimógeno
δακρυγόνο
la legalización
νομιμοποίηση
la cláusula
ρήτρα ( = όρος ή πρόβλεψη συμβολαίου, σύμβασης, συμφωνίας)
deslizante, resbaladizo, escurridizo
ολισθηρός, γλιστερός, ασύλληπτος, άπιαστος, δυσεύρετος
involucrado
εμπλεκόμενος, μπλεγμένος
el tiroteo
ανταλλαγή πυροβολισμών, πιστολίδι
el arresto domiciliario
κατ’ οίκον περιορισμός
el reformatorio
αναμορφωτήριο
la penitenciaría
σωφρονιστήριο
el penitenciario
σωφρονιστικός, σωφρονιστικό
el / la okupa
ο / η καταληψίας
blindado
θωρακισμένος, τεθωρακισμένος / θωρακισμένο, τεθωρακισμένο
el blindaje
θωράκιση
el comercio ilegal de antigüedades
αρχαιοκαπηλία, παράνομο εμπόριο αρχαίων αντικειμένων
el / la compinche
τσιράκι, αβανταδόρος, δούλικο φιλαράκι του αφεντικού, συνεργός
multar (a), multo (a)
επιβάλλω πρόστιμο (στον / στην)
el / la activista
ακτιβιστής / ακτιβίστρια
¡Llame a la policía!
Φώναξε την αστυνομία!
el / la judicial
δικαστικός, δικαστική, δικαστικό, αγωγή
ETA
Βασκική εθνικιστική και αυτονομιστική οργάνωση / Βασκική τρομοκρατική οργάνωση
el juzgado de paz
ειρηνοδικείο
el lavado de dinero
ξέπλυμα χρήματος
la foto del sospechoso
η φωτογραφία του υπόπτου
arbitrario
αυθαίρετος
el perro policía
αστυνομικός σκύλος, σκύλος της αστυνομίας
mandatario
εντολοδόχος, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός
la propiedad intelectual
πνευματική ιδιοκτησία
la pena máxima
ανώτατη ποινή, μέγιστη ποινή
encubierto
συγκαλυμμένος, κεκαλυμμένος, αφανής, κρυφός, μυστικός
defender (a), defiendo (a)
αμύνομαι, υπερασπίζομαι (τον /την)
se defendió
αμύνθηκε, υπερασπίστηκε
legalmente
νόμιμα (ΕΠΙΡΡΗΜΑ), νομίμως
implicado
εμπλεκόμενος, εμπλεκόμενο
atrincherarse, me atrinchero
οχυρώνωμαι , κλείνωμαι
la distracción
αντιπερισπασμός, περισπασμός, απροσεξία
la benevolencia
επιείκεια, μεγαλοψυχία, φιλευσπλαχνία
la puntería
σκοποβολή, σκόπευση, σημάδι
apuntar, apunto
σημειώνω, στοχεύω, σημαδεύω (ΜΕ ΟΠΛΟ), δείχνω
la criminología
εγκληματολογία
las costas judiciales, las costas procesales
δικαστικά έξοδα, δικαστική δαπάνη
contradictorio
αντιφατικός, αντιφατικό
la contradicción
αντίφαση, αντίθεση, ανακολουθία
la declaración estatutaria
υπεύθυνη δήλωση