Level 2
Level 1

B1 1


77 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
buhar
ατμός, υδρατμός
buharlı ütü
ατμοσίδερο
buhar makinesi
ατμομηχανή
buruşuk
τσαλακωμένος
kırışık
τσαλακωμένος 2
çarmıh
σταυρός
çarmıha germek
σταυρώνω
haç
σταυρός 2
istavroz
σταυρός 3
haç çıkarmak
κάνω τον σταυρό μου
çek-yat
καναπές-κρεβάτι
gelenek
παράδοση
geleneksel
παραδοσιακός
gelir düzeyi
επίπεδο εισοδήματος
gelir seviyesi
επίπεδο εισοδήματος 2
gözlem
παρατήρηση
gözlemek
παρατηρώ
gözlemci
παρατηρητής
gözlemlerime göre
σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου
hac
προσκύνημα στη Μέκκα
hacca gitmek
πηγαίνω για προσκύνημα στη Μέκκα
hacı
προσκυνητής, χατζής
heves
διάθεση
hevesim yok
δεν έχω διάθεση
hevesli
ευδιάθετος, ορεξάτος
ikon
εικόνα, αγιογραφία
ikona
εικόνα, αγιογραφία 2
izlenim
εντύπωση
ilk izlenim
πρώτη εντύπωση
intiba
εντύπωση
karavan
1. καραβάνι, 2. τροχόσπιτο
kısıtlı
περιορισμένος
kısıtlamak
περιορίζω
kısıtlı zaman
περιορισμένος χρόνος
konukseverlik
φιλοξενία
konuksever
φιλόξενος
misafirperver
φιλοξενία, φιλόξενος 2
mütevazı
μετριόφρων
Bu kadar mütevazı olma!
Μην είσαι τόσο μετριόφρων!
alçakgönüllü
μετριόφρων 2
okey
1. ok, εντάξει, 2. okey - επιτραπέζιο παιχνίδι
palet
1. βατραχοπέδιλο, 2. παλέτα ζωγραφικής
sanal
εικονικός
sanal gerçeklik
εικονική πραγματικότητα
sanal dünya
εικονικός κόσμος
sektör
τομέας
özel sektör
ιδιωτικός τομέας
şifa
ίαση, θεραπεία
şifalı
ιαματικός, θεραπευτικός
şifa vermek
θεραπεύω
acil şifalar dilerim!
εύχομαι να γίνεις γρήγορα καλά!
şnorkel
κατάδυση με αναπνευστήρα
tavla
τάβλι
tavla oynamak
παίζω τάβλι
tedirgin
1. αγχωμένος, νευρικός, ανήσυχος, 2. ενοχλημένος
tedirginlik
1. άγχος, ανησυχία, 2. ενόχληση
tırabzan
κουπαστή
turizm elçisi
τουριστικός αντιπρόσωπος
yarımada
χερσόνησος
bağlanmak
1. δένομαι, προσκολλώμαι, 2. συνδέομαι, δεσμεύομαι
bağlantı
σύνδεση
bronzlaşmak
μαυρίζω (από τον ήλιο)
elemek
1. κοσκινίζω, 2. αποκλείω
incitmek
1. τραυματίζω, πληγώνω, 2. προσβάλλω
keselemek
τρίβω (στο μπάνιο)
hamam kesesi
γάντι μπάνιου
para kesesi
πουγκί για χρήματα
kesene bereket!
πλούτη στο πορτοφόλι σου! (ευχή όταν μας κερνάνε ή όταν μας κάνουν δώρο)
kırılmak
1. σπάω (αμετάβατο), 2. πληγώνομαι (συναισθηματικά)
kırmak
1. σπάω, 2. πληγώνω (συναισθηματικά)
kırık
1. σπασμένος, 2. πληγωμένος (συναισθηματικά), 3. θραύσμα, 4. ρωγμή, 5. κάτω από τη βάση
kırıcı
προσβλητικός
kırık not
βαθμός κάτω από τη βάση
oyalamak
απασχολώ, καθυστερώ (μεταβατικό)
pazarlamak
προωθώ στην αγορά
pazarlama
marketing
pazarlık yapmak
διαπραγματεύομαι