Level 2 Level 4
Level 3

B2 3


139 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
atılganlık
τόλμη
atılgan
τολμηρός, παράτολμος
azimli
αποφασισμένος
azim
αποφασιστικότητα
azmetmek
αποφασίζω
barışçıl
ειρηνικός
barış
1. ειρήνη, 2. συμφιλίωση
barışmak
1. συμφιλιώνομαι, φιλιώνω 2. ειρηνεύω - αμετάβατο
barıştırmak
1. συμφιλιώνω, 2. ειρηνεύω - μεταβατικό
bedensel
σωματικός
beden
σώμα, κορμί
bulanık
θολός
bulanmak
1. ανακατεύομαι, 2. θολώνω - αμετάβατο
midem bulanıyor
ανακατεύεται το στομάχι μου
bulandırmak
θολώνω - μεταβατικό
çatışma
1. σύγκρουση, 2. διαμάχη, διαπληκτισμός
çatışmak
1. συγκρούομαι, 2. διαπληκτίζομαι
kuşak çatışması
σύγκρουση γενεών
dengeleyici
εξισορροπητικός
denge
ισορροπία
dengeli
ισορροπημένος
dengesiz
ανισόρροπος
dengelemek
εξισορροπώ
düşünsel
διανοητικός
düşünmek
σκέφτομαι
düşünce
σκέψη
düşünce akımı
ροή της σκέψης
düşünceli
1. σκεπτικός, 2. που νοιάζεται τους άλλους
edepli
ευπρεπής
edep
ευπρέπεια
edepsiz
ξεδιάντροπος
eğilim
κλίση, ροπή
eğilmek
1. σκύβω, γέρνω, 2. γονατίζω
eğmek
σκύβω, γέρνω
boyun eğmek
σκύβω το κεφάλι
eğri
στραβός
endişeli
ανήσυχος
endişe
άγχος, αγωνία, ανησυχία
endişelenmek
αγχώνομαι, ανησυχώ
esinti
άνεμος
esmek
φυσάω
fon
1. ταμείο, 2. πόρος, 3. φόντο
güdülenmek
υποκινούμαι, έχω κίνητρο
güdü
κίνητρο
içgüdü
ένστικτο
haz
απόλαυση, χάζι
bir şeyden büyük haz almak
παίρνω μεγάλη απόλαυση από κάτι
hile
1. απάτη, πλεκτάνη, 2. δολιότητα
hile yapmak
εξαπατώ
hilekâr
απατεώνας
ima
υπαινιγμός, νύξη
ima etmek
υπαινίσσομαι
imalı
υπαινικτικός
iştah
όρεξη
iştahım açıldı
μου άνοιξε η όρεξη
iştahım kaçtı
μου έφυγε η όρεξη
iştahım var/ yok
έχω / δεν έχω όρεξη
iştahlı
ορεξάτος
iştahsız
χωρίς όρεξη
karamsar
απαισιόδοξος
karamsarlık
απαισιοδοξία
pesimist
απαισιόδοξος, πεσιμιστής
kötümser
απαισιόδοξος 3
optimist
αισιόδοξος, οπτιμιστής
iyimser
αισιόδοξος
kararlılık
αποφασιστικότητα
karar
απόφαση
karar vermek
αποφασίζω
karar almak
παίρνω απόφαση
karara varmak
καταλήγω στην απόφαση
kararlı
αποφασισμένος
kararsız
αναποφάσιστος
kıtlık
1. λιμός, 2. έλλειψη
kıyafetsiz
1. κακοντυμένος, 2. με άσχημο παρουσιαστικό
kıyafet
1. ενδυμασία, αμφίεση, στολή, φορεσιά, 2. ρούχα, 3. παρουσιαστικό
düzgün kıyafetli
με καλή ενδυμασία
matem
πένθος
matem tutmak
πενθώ
yas
πένθος 2
yasımız var
έχουμε πένθος
millî yas
εθνικό πένθος
mısra
στίχος, στίχος ποιήματος
dize
στίχος
mizaç
ιδιοσυγκρασία
mizacım böyle!
έτσι είναι η φύση μου!
mutasavvıf
μυστικιστής
öge
1. στοιχείο, 2. μέλος
unsur
στοιχείο
ruhsal
πνευματικός
ruh
πνεύμα
ruh hastası
ψυχασθενής
ruhsal bozukluğu
διανοητική διαταραχή
ruhsuz insan
βαρετός άνθρωπος, νωθρός, χωρίς ψυχή
seyrek
αραιός
yoğun
πυκνός
tepki
αντίδραση
tepki göstermek
αντιδρώ
tepki vermek
αντιδρώ 2
tepkisiz
αδρανής
olumlu tepkiler almak
παίρνω θετικές αντιδράσεις
tutku
πάθος
tutkulu
παθιασμένος
ufuk
ορίζοντας
yeni ufuklara yelken açmak
κάνω μια νέα αρχή, ανοίγω πανιά σε νέους ορίζοντες
yargı
1. δικαιοσύνη, 2. απόφαση δικαστηρίου, 3. εκδίκαση
Yargıtay
Ανώτατο Δικαστήριο
yargılamak
1. κρίνω, 2. δικάζω
önyargı
προκατάληψη
yiğit
1. ήρωας, 2. παλικάρι, λεβέντης
zarif
1. κομψός, 2. λεπτεπίλεπτος
ertelemek
αναβάλλω
ertelenmek
αναβάλλομαι
kandırmak
ξεγελώ, παραπλανώ
kendimi kandırmak
αυταπατώμαι
kapsamak
περιέχω, περιλαμβάνω
kapsam
πλαίσιο
odaklanmak
1. συγκεντρώνομαι, 2. εστιάζομαι
konsantre olmak
συγκεντρώνομαι 2
özümsemek
αφομοιώνω, εμπεδώνω
saldırganlaşmak
γίνομαι επιθετικός
saldırmak
επιτίθεμαι
saldırgan
επιθετικός
saldırı
επίθεση
saptamak
εξακριβώνω, προσδιορίζω
saptanmak
εξακριβώνομαι, προσδιορίζομαι
şımarmak
κακομαθαίνω (αμετάβατο)
şımartmak
κακομαθαίνω - μεταβατικό
şımarık
κακομαθημένος
yatıştırmak
1. ησυχάζω, κατευνάζω, 2. απαλύνω
yitirmek
χάνω
aklını yitirdi
έχασε τα λογικά του, έχασε το μυαλό του
kaybetmek
χάνω
duygusal zekâ
συναισθηματική νοημοσύνη
hayal kırıklığı
απογοήτευση
hayal kırıklığına uğramak
απογοητεύομαι
kalıtsal özellik
κληρονομικό χαρακτηριστικό
kılık kıyafet
εξωτερική εμφάνιση
sindirim sistemi
πεπτικό σύστημα
sinirsel bozukluk
εκνευρισμός, σπάσιμο νεύρων