Level 3 Level 5
Level 4

B2 4


112 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
akım
ρεύμα
elektrik akımı
ηλεκτρικό ρεύμα
sanat akımı
καλλιτεχνικό ρεύμα
hava akımı
ρεύμα αέρα
akmak
κυλώ, ρέω
bilinçli
ενσυνείδητος
bilinç
συνείδηση
bilinçaltı
υποσυνείδητο
bilinçsiz
ασυνείδητος
çağ
1. εποχή, περίοδος, 2. αιώνας
Orta Çağ
Μεσαίωνας
Altın çağ
Χρυσός Αιώνας
çağdaş
μοντέρνος
çağ dışı
εκτός εποχής
desen
διακοσμητικό σχέδιο υφάσματος, μοτίβο
halk oyunları
παραδοσιακοί χοροί
hazırcevap
ετοιμόλογος
hazır
έτοιμος
hazırlık
προετοιμασία, ετοιμασία
hazırlamak
ετοιμάζω
hazırlanmak
ετοιμάζομαι
hazırlıksız yakalanmak
πιάνομαι απροετοίμαστος
moda
μόδα
modacı
σχεδιαστής μόδας
moda olmak
είμαι στη μόδα
modayı takip etmek
ακολουθώ τη μόδα
Moda
το Μόδι, περιοχή στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης
örgü
: 1. πλεκτό, 2. πλέξιμο
örmek
πλέκω
örümcek
αράχνη
örümcek ağı
ιστός αράχνης
prensip
αρχή, δόγμα, αξιώμα
prensip sahibi insan
άνθρωπος των αρχών
ilke
αρχή, αξίωμα
puantiye
πουά (ύφασμα)
puantiyeli blüz
πουά μπλούζα
sektör
τομέας
stil
στυλ
giyim stili
στυλ ντυσίματος
tarz
1. στυλ, ρυθμός, 2. τρόπος
şık
σικ, κομψός
takıntı
1. εμμονή, κόλλημα, ψύχωση, 2. σχέση
takıntılı
εμμονικός
tarz
1. στυλ, ρυθμός, 2. τρόπος
hayat tarzı
(τρόπος ζωής
bu benim tarzım değil
αυτό δεν είναι του στυλ μου
stil
στυλ
tasarım
σχέδιο
tasarımcı
σχεδιαστής
moda tasarımcısı
σχεδιαστής μόδας
tasarlamak
σχεδιάζω
tasarlanmak
σχεδιάζομαι
tayyör
ταγέρ
tulum
1. σακί, ασκί, τουλούμι, 2. ολόσωμη φόρμα, 3. ασκομαντούρα (μουσικό όργανο), 4. είδος τυριού
vatka
βάτα
vatkalı ceket
σακάκι με βάτες
fısıldamak
ψιθυρίζω, μουρμουρίζω
fısıltı
ψιθύρισμα, μουρμουρητό
küreselleşmek
παγκοσμιοποιούμαι
küre
σφαίρα
küresel
σφαιρικός
küresel ısınma
υπερθέρμανση του πλανήτη
yarım küre
ημισφαίριο
yerküre
υδρόγειος σφαίρα)
globalleşmek
παγκοσμιοποιούμαι 2
sığmak
χωράω
pantolona sığmıyorum
δεν χωράω στο παντελόνι
içim içime sığmıyor
είμαι πολύ χαρούμενος
eve sığamıyorum
δεν με χωράει το σπίτι
takılmak
1. σκαλώνω, φρακάρω, κολλάω, 2. αράζω (αργκό), συχνάζω, 3. πειράζω, αστειεύομαι, 4. φλερτάρω
birinin peşine takılmak
ακολουθώ, παίρνω κάποιον από πίσω
tasarlamak
σχεδιάζω
tasarruf etmek
αποταμιεύω
tasarruf
1. αποταμίευση, οικονομία, 2. κατοχή, διάθεση, 3. νομική πράξη
benim tasarrufumda
στη διάθεση μου
tasarruflu
αποταμιευτικός
yansıtmak
αντικατοπτρίζω, αντανακλώ
yansımak
αντικατοπτρίζομαι
yoğunlaşmak
1. πυκνώνω (αμετάβατο), 2. συγκεντρώνομα
yoğunum
έχω πολύ δουλειά
yoğun bakım
εντατική, νοσοκομείο
trafik çok yoğun
έχει πολύ κίνηση
yönelmek
κατευθύνομαι
yön
κατεύθυνση, πορεία
yönelik
κατευθυνόμενος προς, στραμένος
yönetmek
1. διευθύνω, διοικώ, 2. συντονίζω, 3. σκηνοθετώ
yönetmen
σκηνοθέτης
yönetim
1. διεύθυνση, διοίκηση, 2. σκηνοθεσία
yönetim kurulu
διοικητικό συμβούλιο
damgasını vurmak
αφήνω εποχή
vatkalı ceketler 80’li yıllara damgasını vurmuştur
τα σακάκια με βάτες άφησαν εποχή τη δεκαετία του ’80
damga
σφραγίδα
damgalı
σφραγισμένος
damgasız
ασφράγιστος
ele almak
πιάνω
bu konuyu ele alalım
ας πιάσουμε αυτό το θέμα
gündemde kalmak
μένει στην ατζέντα, μένει ως φλέγον θέμα
imaj oluşturmak
διαμορφώνω ίματζ
nüfuz etmek
επηρεάζω
nüfuz
επιρροή
öncelik vermek
δίνω προτεραιότητα
risk almak
παίρνω ρίσκο, ρισκάρω
risk
ρίσκο
riske sokmak
διακυβεύω
riske girmek
ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω
riskli
ριψοκίνδυνος
sahip çıkmak
διεκδικώ
sahip
1. ιδιοκτήτης, κάτοχος, 2. αφέντης, κύριος
ev sahibi
σπιτονοικοκύρης
sahibinden kiralık ev
(σπίτι προς ενοικίαση χωρίς τη μεσολάβηση του μεσίτη
ev sahibi ülke
διοργανώτρια χώρα
yok satmak
ξεπουλώ γρήγορα