Level 3 Level 5

35 words 0 ignored

Ready to learn       Ready to review

Ignore words

Check the boxes below to ignore/unignore words, then click save at the bottom. Ignored words will never appear in any learning session.

All None

Ignore?
οἴχομαι (οἰχ-, οἰχη-)
am gone, οἰχήσομαι, ᾤχηκα.
ὄλλῡμι, for ὀλνῡμι (ὀλ-, ὀλε-, nas. cl.)
lose, destroy, ὀλῶ (cp. 322 c), ὤλεσα, ὠλόμην was lost, ruined, ὀλώλεκα, ὀλωλα (291 c) am lost, ruined. In prose ἀπ-όλλῡμι, etc.
ὄμνυμι (ὀμ-, ὀμο-, nas. cl.)
swear, ὀμοῦμαι, ὤμοσα, ὀμώμοκα (291 c), ὀμώμοσμαι, ὠμόθηνand ὠμόσθην.
ὀμόργνῡμι (ὀμοργ-, nas. cl.) wipe, ὀμόρξομαι, ὤμορξα. Only compounds in prose.
wipe, ὀμόρξομαι, ὤμορξα. Only compounds in prose.
ὀνίνημι (ὀνα:η-, reduplicated in present, 365)
benefit, ὀνήσω, ὤνησα, ὠνήμην (369 a), ὠνήθην.
ὄρνῡμι (ὀρ-, nas. cl.)
raise, rouse, middle rise, rush, ὄρσω, ὦρσα, ὄρωρα (291 c) am aroused (456 b).
ὀσφραίνομαι (ὀσφραν-, ὀσφρ-, ὀσφρη-)
smell, ὀσφρήσομαι, ὠσφρόμην, ὠσφράνθην.
ὀφείλω (ὀφελ-, ὀφειλη-)
owe, ὀφειλήσω, ὤφελον, ὠφείλησα, ὠφείληκα, ὠφειλήθην.
πετάννῡμι (πετα-, πτα-, nas. cl.)
spread, πετῶ (like ἐλῶ, 322 c), ἐπέτασα, πέπταμαι,ἐπετάσθην.
πέτομαι (πετ-, πτ-, πτα:η-, πέτη-)
fly, πτήσομαι and πετήσομαι, ἐπτόμην and ἔπτην (369 a).
πεύθομαι = πυνθάνομαι.
πεύθομαι = πυνθάνομαι.
πήγνῡμι (πηγ-, παγ-, nas. cl.)
fix, πήξω, ἔπηξα, πέπηγα (456 b), ἐπάγην.
πίμπλημι (πλα:η-, present reduplication with inserted μ)
fill, πλήσω, ἔπλησα, πέπληκα, πέπλημαι and πέπλησμαι, ἐπλήσθην. In prose only in composition: ἐμπί(μ)πλημι, etc.
πίμπρημι (πρα:η-, with inserted μ as in πίμπλημι)
burn, πρήσω, ἔπρησα, πέπρημαι, ἐπρήσθην. In prose ἐμπί(μ)πρημι, etc.
πιπρᾱ́σκω (πρᾱ-, incep. cl.)
sell, πέπρᾱκα, πέπρᾱμαι, ἐπρᾱ́θην. πωλέω is the common present.
πῑ́πτω (πετ-, πεσ-, πτω-, 257 a)
fall, πεσοῦμαι (326), ἔπεσον, πέπτωκα.
πλάσσω (πλατ-, ι cl.)
form, ἔπλασα, πέπλασμαι, ἐπλάσθην.
πτάρνυμαι (πταρ-, nas. cl.)
sneeze, ἔπταρον.
πυνθάνομαι (πυθ-, πευθ-, nas, cl.)
inquire, hear, πεύσομαι, ἐπυθόμην, πέπυσμαι.
Ῥαίνω (ῥαν-, ι cl.)
sprinkle, ῥανῶ, ἔρρᾱνα, ἐρράνθην.
ῥάπτω (ῥαφ-, τ cl.)
sew, stitch, ῥάψω, ἔρραψα, ἔρραμμαι, ἐρράφην.
ῥέω (ῥυ-, ῥευ-, ῥυη-, 257 b)
flow, ῥεύσομαι and ῥυήσομαι, ἐρρέηκα, ἐρρύην.
ῥήγνῡμι (ῥηγ-, ῥωγ-, ῥαγ-, nas. cl.)
break, ῥήξω, ἔρρηξα, ἔρρωγα, ἐρράγην.
ῥῡ́ομαι (ῥῡ-)
preserve, ῥῡ́σομαι, ἐρρῡσάμην.
ῥώννῡμι late (ῥω-, nas. cl.)
strengthen, -ἔρρωσα, ἔρρωμαι, ἐρρώσθην.
σβέννυμι (σβε:η-, nas. cl.)
quench, σβέσω, -σβήσομαι, ἔσβεσα, ἔσβην (369 b), -ἔσβηκα (456 b), ἐσβέσθην.
σείω (σει-)
shake, σείσω, ἔσεισα, σέσεικα, σέσεισμαι, ἐσείσθην.
σκεδάννῡμι (σκεδα-, nas. cl.)
scatter, σκεδῶ (like ἐλῶ, 322 c),ἐσκέδασα, ἐσκέδασμαι, ἐσκεδάσθην. Also present σκίδνημι.
σκέπτομαι (σκεπ-, τ cl.)
view, more often σκοπέω in the present system, σκέψομαι, ἐσκεψάμην, ἔσκεμμαι.
σκήπτω (σκηπ-, τ cl.)
prop, σκήψω, ἔσκηψα, ἔσκημμαι, ἐσκήφθην.
στόρνυμι (στορ-, nas. cl.)
spread, στορῶ (like τελῶ, 322 c), ἐστόρεσα.
στρώννῡμι (στρω-, nas. cl.)
spread, στρώσω, ἔστρωσα, ἔστρωμαι, ἐστρώθην.
Ὑπισχνέομαι (ὑπο + ἰσχ-, σχ-, σχη-, nas. cl.)
promise, ὑποσχήσομαι, ὑπεσχόμην, ὑπέσχημαι. Cp. ἔχω.
φάργνῡμι = φράγνῡμι.
φάργνῡμι = φράγνῡμι.
φείδομαι (φειδ-)
spare, φείσομαι, ἐφεισάμην.